ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΩΡΑ..ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΕΙΜΑΣΤΕ;

Γράφει : Αναστασία Κυρμίζογλου.

Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ.

Διανύουμε καιρούς πρωτόγνωρους, διανύουμε εποχή διαφορετική. Η ώρα για κάτι διαφορετικό στην Ελλάδα είναι κοντά και χρειάζονται συνολικές προσπάθειες και επιμονή στο να δούμε την κοινωνική αλλαγή. Όχι απλά σήμερα και αύριο, αλλά για πάντα από’ δω και στο εξής. 

Δημιουργούνται παρ’ όλα αυτά πολλά ερωτηματικά γύρω από τις τωρινές καταγγελίες περί σεξουαλικής κακοποίησης, βιασμών, λεκτικής ή ψυχολογικής βίας, παρενοχλήσεις κλπ. που ουσιαστικά καταλήγουν στο κατά πόσο ισχύουν όλες. Ερώτηση μέσα στην ερώτηση αναρωτιούνται όμως πολλοί, γιατί άραγε γινόμαστε δύσπιστοι με τα θύματα; Γιατί η πρώτη σκέψη που ξεπηδά στο μυαλό είναι το «γιατί τώρα»; «Γιατί εμένα που είμαι τέτοιος δυνατός χαρακτήρας δεν μου συνέβη ποτέ;».

Αυτά και πολλά ακόμη είναι σημαντικό να απαντηθούν. 

Μια καλή αρχή θα μπορούσε να είναι το πως βλέπουμε σαν κοινωνία το θύμα και τον θύτη αντίστοιχα. Η σκοπιά μας, τα λόγια που θα εκτοξεύσουμε γιατί πάντα να αφορούν το θύμα; Γιατί ποτέ δεν στρέφουμε το βλέμμα μας είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά προς τον θύτη, θέτοντάς του τέτοιου είδους ερωτήσεις; Για παράδειγμα, γιατί το έκανες; Από τι ορμώμενος προέβηκες σε μια τέτοια πράξη; Θα ζητούσες συγγνώμη; Όλα αυτά προφανώς παίρνουν τον δρόμο της δικαιοσύνης στο τέλος της ημέρας. Όμως είναι περίεργο πως βλέπουμε οι απόψεις να διίστανται στο αν είναι αλήθεια ή όχι κάποιο γεγονός(φυσικά εξαιρέσεις και ψεύδη θα υπάρξουν μέσα σ’ όλα). Σε αυτό το σημείο μπαίνει το ερώτημα «τώρα θυμήθηκε να το πει;». Αρχικά σαν ερώτημα, είναι εξαιρετικά άβολο για το θύμα, του δημιουργεί έξτρα ενοχές για αυτό που του συνέβη και ένα αίσθημα ευθύνης του τύπου, αν είχα μιλήσει θα είχα σώσει τόσους στο μεταξύ διάστημα. Από την άλλη ο θύτης, παραμένει άθικτος χωρίς καμία επιβάρυνση ψυχολογική καθώς περνάει η πράξη του μάλλον σαν δεδομένη, θα έλεγε κανείς, αφού ουσιαστικά ο φακός της δημοσιότητας και η «σκανδάλη» γυρνούν ξανά στο πόσο λάθος κάτι έκανε το θύμα την ώρα που υπέστη την παρενόχληση αλλά και μετέπειτα. 

Εφόσον αποφασίζουμε να εκφράσουμε άποψη πάνω σε ένα λεπτό ζήτημα που αφορά άμεσα τα θύματα, αλλά εμάς ταυτόχρονα μας φαίνεται μακρινό και δε μπορεί να μας γίνει άμεσα αντιληπτό, θα ήταν καλό και προτιμητέο να διαβάσουμε ιστορίες γυναικών και αντρών που έχουν υποστεί κάθε είδους κακοποίηση και να τους αφήσουμε να εκφράσουν αυτοί καλύτερα τους λόγους για τους οποίους «άργησαν» σύμφωνα με την γνώμη πολλών, να αναφέρουν στις Αρχές το έγκλημα που διαπράχθηκε εις βάρος τους. Σημαντική πηγή αυτών των ιστοριών είναι η σελίδα womenlikeyou, στην οποία αναρτώνται ιστορίες ανώνυμες στις οποίες τα θύματα βγάζουν από μέσα τους τη νοσηρή αυτή εμπειρία που έχουν ζήσει στο παρελθόν και που ίσως και μέχρι σήμερα να μην έχουν καταγγείλει στην αστυνομία. Φυσικά υπάρχουν και οι περιπτώσεις ήδη καταγγελλόμενων παρενοχλήσεων, είτε από συγγενικό πρόσωπο είτε στο δρόμο είτε στον εργασιακό χώρο, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με μηδενικό ενδιαφέρον από τα αντίστοιχα όργανα της τάξεως όπως είναι για παράδειγμα το «γιατί ήσουν σε εκείνο το δρόμο-σπίτι-αμάξι-πεζοδρόμιο-μαγαζί με εκείνο τον άνθρωπο;», ή τι φορούσες ή τι ώρα ήταν κλπ. κλπ. κλπ. Πολλές από τις καταγγέλλουσες έχουν δηλώσει πως στο παρελθόν μίλησαν δημόσια για την βία που δέχθηκαν από συγκεκριμένα άτομα, που όμως δεν τα ακούμπησε κανένας απολύτως στο τέλος της ημέρας και μάλιστα πέρασε στα ψιλά γράμματα η όποια παρενόχληση τους. Ίσως απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ούτε ο κόσμος ούτε τα media ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν κάτι παρεμφερές, σ’ αντίθεση με σήμερα που βλέπουμε με πόσο σθένος συνεντευξιάζονται και δίνεται το βήμα ώστε να μιλήσουν για όλα-όλα εντελώς ανοιχτά.  

believe-women-11-bd4e8398bfb305e29cd6900143f8c45e785da109-s800-c85

Όλα τα παραπάνω λοιπόν, αναφέρονται σε ιστορίες απλών καθημερινών ανθρώπων που στην πλειοψηφία τους αποτελούν γυναίκες. Αυτό είναι και κάτι το οποίο θα μπορούσε να μας βάλει σε σκέψεις για το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνουν αγόρια και κορίτσια και στο κατά πόσο είναι ασφαλές το μοτίβο που έχουμε εδώ και χρόνια υιοθετήσει απέναντι στα δύο φύλα. 

Εν συνεχεία, αν θελήσουμε να εξετάσουμε την ψυχολογία του θύματος θα πρέπει να αντιληφθούμε πρωταρχικά, πως δε μιλάμε για μια κατάσταση στην οποία επικρατεί η λογική άρα δε μπορεί να συνοδεύεται και από λογικές συμπερασματολογίες και αντιδράσεις.

Το κυριότερο αίσθημα που κατέχει ένα θύμα βιασμού ή παρενόχλησης είναι η ντροπή. Ο φιλόσοφος και συγγραφέας Gershen Kaufman έχει γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο στο οποίο αναλύεται το τι σημαίνει ντροπή και πως το θύμα αισθάνεται ξαφνικά αδύναμο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και μαζεύεται από την υποτίμηση την οποία έχει δεχθεί και έχει αφομοιώσει πλέον εγκεφαλικά. Οποιαδήποτε κακοποίηση, κυρίως σεξουαλική, έχει σαν αντίκτυπο τη φυσική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού με ροπή προς το να «μικραίνει», να μαζεύεται και να μη μιλά για το γεγονός κατηγορώντας ακόμη και τον εαυτό του. Η ταπείνωση και η έκθεση του θύματος συνιστούν τον απόλυτο συνδυασμό έτσι ώστε να ενοχοποιήσει τον ίδιο του τον εαυτό και μέσα απ’ αυτό να μη το μοιραστεί με κανέναν τις περισσότερες φορές, σαν αυτοτιμωρία. 

Η συνέχεια μπερδεύει ακόμη παραπάνω την κατάσταση και το ίδιο το θύμα μετά το περιστατικό, θα ακολουθήσει την αντίσταση(μη παραδοχή), κι αυτό γίνεται με την υποτίμηση του γεγονότος και τη γενικότερη άρνηση. Σε μια προσπάθεια να ξαναποκτήσει τον έλεγχο του εαυτού του, το άτομο υποβαθμίζει το γεγονός και το αφήνει πίσω αρνούμενο να αποδεχθεί την πραγματικότητα συγκρίνοντας το για παράδειγμα με άλλες καταστάσεις έτσι ώστε να αισθανθεί ξανά πως όλα είναι καλά στη ζωή του (και να δεν ήταν τόσο φοβερό, απλά εγώ δεν ήθελα και υπερέβαλα, ας μην το κάνουμε και τόσο θέμα). Αυτή η αδράνεια του θύματος στο να μη συνειδητοποιήσει το τι ακριβώς συνέβη και να περιορίσει τις συζητήσεις ή και να εξαφανίσει την οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός, έχουν να κάνουν με τον φόβο. Όταν μεγαλώνεις σε μια κοινωνία όπου το να σε «πειράξουν» είναι και δική σου ευθύνη ταυτόχρονα, δεν δικαιώνεσαι ποτέ. Σε μια κοινωνία που σπεύδει να ισχυριστεί ότι ψεύδεσαι ή ότι μεγαλοποιείς το περιστατικό που σου συνέβη.  Έτσι  δεν υπάρχει περίπτωση, τουλάχιστον στην πλειοψηφία, κανένα θύμα να αισθανθεί την άνεση και τη λύτρωση του με το να απευθυνθεί στις Αρχές ή σε κάποιον που θεωρητικά μπορεί να τον βοηθήσει. Το αδιέξοδο είναι μεγάλο και το να μιλήσει το θύμα είναι ένας ακόμη Γολγοθάς. Ο χρόνος που θα πάρει δεν αφορά εμάς, αλλά την δικαιοσύνη, η οποία και σε τέτοιου είδους θέματα έχει αφήσει τρομακτικά κενά που αφήνουν τους θύτες να δρουν ανενόχλητοι και ίσως και να κατηγορήσουν στο τέλος και τα ίδια τα θύματα τους βγαίνοντας αλώβητοι από κάθε μαρτύριο που έχουν προκαλέσει. Η διαφορά στην κοινωνία θα μπορούσε να έρθει με την αναμόρφωση του ποινικού δικαίου, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στο κάθε περιστατικό. Έτσι κάθε πολίτης θα αισθάνεται καλυμμένος νομικά για οποιαδήποτε επίθεση λαμβάνει χώρα χωρίς τη θέλησή του είτε στον χώρο εργασίας του είτε στο ίδιο του το σπίτι είτε στο πεζοδρόμιο.

Όσον αφορά τους «δυνατούς χαρακτήρες» που διαστρεβλώνουν κομμάτι της πραγματικότητας βάζοντας τον εαυτό τους σε μια άλλη «ιεραρχία» ανθρώπων, με τσαμπουκά, με θάρρος, με σκληρό στομάχι κτλ., όπως διαλέγουν οι ίδιοι να χαρακτηρίζονται, η ειδικός ψυχικής υγείας Vicky Dali αναφέρει τα εξής μιλώντας για τις κατηγορίες που δέχονται τα άτομα που υπέστησαν βιασμό: «σε συνθήκες αφόρητου τρόμου και στρες  ενεργοποιείται αυτόματα και ασυνείδητα στον ανθρώπινο οργανισμό ο μηχανισμός “μάχη-φυγή-πάγωμα”(fight/flight/freeze). Οι άνθρωποι εκείνη τη στιγμή, προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο που θα μας εξασφαλίσει την επιβίωση. Σε τόσο ακραίες καταστάσεις, το αν ο οργανισμός επιλέξει το πάγωμα, δεν είναι στο χέρι του ατόμου να το ελέγξει.

Κατά το πάγωμα οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αποσυνδεθούν από τον εαυτό τους και τις πράξεις τους , ώστε να επιβιώσουν. Βιώνουν εκείνη τη στιγμή τα γεγονότα σαν ταινία που εκτυλίσσεται μπροστά τους. Οι ενδορφίνες καταστέλλουν τον φόβο και τον πόνο και βοηθούν στη νοητική και ψυχική αποστασιοποίηση από τον κίνδυνο. Η νοραδρεναλίνη μειώνει την ικανότητα αντίληψης. Οι παραπάνω νευροδιαβιβαστές «παγώνουν» τα άτομα και δρουν προστατευτικά. Η εμπειρία συχνά αποστέλλεται κατευθείαν στην αμυγδαλή, το κέντρο ελέγχου του φόβου στον μεταιχμιακό τομέα του εγκεφάλου που επεξεργάζεται συναισθήματα και αισθήσεις, αλλά όχι τη γλώσσα και τον λόγο. Γι’αυτό και συχνά οι εμπειρίες επιστρέφουν στη μνήμη κατακερματισμένες.»

https://www.fremont.k12.ca.us/harass

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως είναι άδικο και αβάσιμο να συγκρίνουμε καταστάσεις στις οποίες είτε δεν έχουμε βρεθεί καν είτε αντιδράσαμε απλά με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το σύνηθες. Βάζουμε με αυτό τον τρόπο στις πλάτες του θύματος μια ακόμη συνιστώσα την οποία δεν έλαβε υπόψη του πριν του συμβεί το δυσάρεστο συμβάν κατηγορώντας το επί της ουσίας αφού δε μας αρκεί η κατάσταση ως έχειν. Μάλιστα δημιουργούνται εντυπώσεις άρνησης του γεγονότος και αμφιβολίας του κατά πόσο όντως συνέβη. Κανένας δεν οφείλει ούτε σε μικρή ούτε σε μεγαλύτερη ηλικία να είναι «εκπαιδευμένος» στο να αντιμετωπίζει κακοποιητικές συμπεριφορές. Το πρόβλημα βρίσκεται στο θύτη και στο πόσο χειριστικός έχει γίνει και γιατί εξελίχθηκε έτσι μέσα στα χρόνια. Εν κατακλείδι, θα ήθελα να θέσω το ζήτημα της διαδικασίας αξιολόγησης και επιτήρησης που πρέπει ο κάθε κλάδος να εφαρμόζει ώστε να ελέγχεται το κατά πόσο κάποια άτομα είναι άξια να βρίσκονται σε θέσεις που κατέχουν επί πολλά συναπτά έτη. Δεν είναι δυνατόν οι γονείς να μαθαίνουν στα παιδιά τους την άμυνα, αν δεν αφαιρέσουμε από τη ρίζα το πρόβλημα της επίθεσης στους συνανθρώπους μας. 

Πηγές:

https://www.instagram.com/womenlikeyou_/
https://www.instagram.com/whyididntreport/?hl=en

Click to access 87008065.pdf


https://www.facebook.com/vicky.dali